Όταν κάτι περιμένει λίγο ακόμη
Για τον χρόνο που δεν είναι αδράνεια, αλλά μέρος όσων διαμορφώνονται.
Δεν ζητούν όλα άμεση κίνηση. Κάποιες φορές κάτι έχει ήδη αρχίσει, χωρίς να έχει ακόμη αποκτήσει τη μορφή με την οποία μπορεί να σταθεί στον κόσμο.
Η αναμονή τότε δεν είναι κενό. Μέσα της συνεχίζουν να συναντιούνται όσα γνωρίζουμε, όσα αισθανόμαστε και όσα δεν έχουν ακόμη γίνει καθαρά.
Ο χρόνος δεν υπηρετεί πάντοτε την καθυστέρηση.
Μπορεί να προστατεύει κάτι εύθραυστο από μια πρόωρη έξοδο. Μπορεί να επιτρέπει σε μια σκέψη να απλοποιηθεί ή σε μια απόφαση να πάψει να στηρίζεται μόνο στην ένταση της στιγμής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αναμονή είναι αναγκαία. Σημαίνει μόνο ότι η εξωτερική ακινησία δεν αποκαλύπτει από μόνη της τι συμβαίνει εσωτερικά.
Υπάρχει αναμονή που κρατά κάτι πίσω και αναμονή που του επιτρέπει να σχηματιστεί.
Αυτό που περιμένει μπορεί να παραμένει ζωντανό.
Υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε κάτι που έχει εγκαταλειφθεί και σε κάτι που συνεχίζει να εργάζεται μέσα στην αναμονή. Στην πρώτη περίπτωση η σχέση μαζί του ατονεί: δεν επιστρέφουν νέα ερωτήματα, δεν μεταβάλλεται η μορφή του και η παρουσία του γίνεται όλο και πιο μακρινή. Στη δεύτερη, ακόμη και χωρίς εξωτερική κίνηση, κάτι εξακολουθεί να συνδέεται, να απλοποιείται ή να ζητά μια ακριβέστερη θέση. Δεν χρειάζεται αυτό να συμβαίνει διαρκώς. Αρκεί να υπάρχει μια πραγματική μεταβολή και όχι μόνο η επανάληψη της ίδιας εξέτασης.
Μερικές φορές ο χρόνος χρειάζεται επειδή ο άνθρωπος δεν έχει ακόμη χώρο να υποδεχτεί αυτό που δημιουργείται. Η ημέρα μπορεί να είναι γεμάτη απαιτήσεις, το σώμα κουρασμένο ή η προσοχή μοιρασμένη σε περισσότερα από όσα μπορεί να κρατήσει. Η αναμονή τότε δεν αφορά την αξία ή την ετοιμότητα του πράγματος. Αφορά τις συνθήκες της συνάντησης. Ένα κείμενο, μια απόφαση ή μια συζήτηση μπορεί να είναι διαθέσιμα, αλλά να χρειάζονται μια στιγμή στην οποία ο άνθρωπος μπορεί πράγματι να βρίσκεται παρών.
Άλλοτε αυτό που περιμένει δεν χρειάζεται περισσότερη επεξεργασία, αλλά απόσταση. Η συνεχής εγγύτητα κάνει ορισμένες λεπτομέρειες υπερβολικά μεγάλες και άλλες σχεδόν αόρατες. Όταν η προσοχή απομακρύνεται για λίγο, η σχέση με το σύνολο μπορεί να αποκατασταθεί. Η επιστροφή δεν εγγυάται μια νέα απάντηση. Μπορεί όμως να αποκαλύψει αν υπήρχε πραγματική εκκρεμότητα ή αν η ανάγκη για περισσότερη εργασία είχε δημιουργηθεί από την κόπωση, τον φόβο της έκθεσης ή τη συνήθεια να ελέγχονται όλα ξανά.
Η αναμονή μπορεί επίσης να επιτρέπει στις συνέπειες μιας επιλογής να γίνουν ορατές χωρίς να χρειαστεί να τις προβλέψουμε όλες. Μια μικρή δοκιμή, μια συζήτηση ή η απλή παρατήρηση του τρόπου με τον οποίο επιστρέφει ένα ερώτημα μπορεί να φέρει πληροφορία που δεν παράγεται μόνο με σκέψη. Αυτό δεν είναι τέχνασμα για να αποφευχθεί η ευθύνη. Είναι ένας τρόπος να παραμένει κανείς σε επαφή με την πραγματικότητα, αντί να ζητά από τον νου να κατασκευάσει εκ των προτέρων ολόκληρο το έδαφος πάνω στο οποίο θα κινηθεί.
Υπάρχουν όμως και αναμονές που συνεχίζονται επειδή κάθε πιθανή κίνηση συγκρίνεται με μια ιδανική στιγμή. Η ιδανική στιγμή δεν περιέχει αβεβαιότητα, δεν εκθέτει τίποτα σε απώλεια και δεν αφήνει καμία πιθανότητα μεταμέλειας. Επειδή μια τέτοια στιγμή σπάνια υπάρχει, η αναμονή μπορεί να αποκτήσει τη μορφή μόνιμης προετοιμασίας. Εξωτερικά μοιάζει προσεκτική. Εσωτερικά, όμως, δεν προσθέτει πλέον κάτι. Η αναγνώριση αυτής της διαφοράς δεν επιβάλλει να γίνει το επόμενο βήμα· απλώς παύει να ονομάζει φροντίδα ό,τι δεν φροντίζει πια.
Το σώμα συχνά συμμετέχει σε αυτή τη διάκριση, όχι ως αλάθητος οδηγός αλλά ως μέρος της συνολικής εμπειρίας. Μια σκέψη που χρειάζεται ακόμη χρόνο μπορεί να αφήνει αίσθηση ανοιχτού χώρου, ακόμη και όταν δεν υπάρχει απάντηση. Μια σκέψη που περιστρέφεται χωρίς νέο έργο μπορεί να στενεύει, να επαναλαμβάνει τα ίδια επιχειρήματα ή να ζητά διαρκή επιβεβαίωση. Καμία αίσθηση δεν χρειάζεται να ερμηνευτεί μόνη της. Μπορεί απλώς να προστεθεί σε όσα είναι ήδη ορατά, χωρίς να μετατραπεί σε εντολή.
Όταν κάτι περιμένει λίγο ακόμη, δεν είναι απαραίτητο να οριστεί από τώρα η διάρκεια αυτής της αναμονής. Μπορεί να υπάρχει ένα επόμενο σημείο επαφής: μια ημερομηνία επιστροφής, μια συγκεκριμένη ερώτηση ή μια μικρή πράξη που δεν δεσμεύει την τελική κατεύθυνση. Έτσι ο χρόνος δεν μένει απεριόριστος ούτε μετατρέπεται σε πίεση. Παραμένει ένας πραγματικός χώρος μέσα στον οποίο μπορεί να φανεί αν κάτι εξακολουθεί να σχηματίζεται ή αν έχει ήδη φτάσει στη στιγμή όπου μπορεί να αφεθεί ελεύθερο.
Η παραμονή μπορεί ακόμη να είναι μια πράξη εμπιστοσύνης προς όσα δεν ελέγχονται. Δεν γνωρίζουμε πάντοτε ποια συνάντηση, ποια πληροφορία ή ποια εσωτερική μετατόπιση θα κάνει το επόμενο σημείο καθαρό. Αυτό δεν σημαίνει ότι αναθέτουμε την επιλογή στην τύχη. Σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε το όριο της πρόβλεψης και δεν γεμίζουμε αναγκαστικά κάθε κενό με δραστηριότητα. Κάτι μπορεί να ωριμάζει και μέσα από όσα η ζωή φέρνει χωρίς να έχουν οργανωθεί ειδικά για αυτό.
Όταν τελικά η κίνηση εμφανιστεί, δεν χρειάζεται να ακυρώσει τον χρόνο που προηγήθηκε. Η αναμονή μπορεί να υπήρξε μέρος της, ακόμη κι αν εκ των υστέρων φαίνεται ότι η πράξη θα μπορούσε να είχε γίνει νωρίτερα. Ο άνθρωπος κινείται από το σημείο στο οποίο βρίσκεται τώρα, με όσα έχει κατανοήσει και με όσα παραμένουν ανοιχτά. Δεν οφείλει να μετατρέψει την προηγούμενη ακινησία σε σφάλμα για να επιτρέψει στο επόμενο βήμα να υπάρξει.
Ίσως το μόνο που μπορεί να φανεί τώρα είναι αν μέσα στον χρόνο εξακολουθεί να γεννιέται κάτι συγκεκριμένο.
Αν ναι, η παραμονή έχει ακόμη έργο. Αν όχι, το επόμενο σημείο μπορεί να εμφανιστεί χωρίς να εξαναγκαστεί.