Η εκκρεμότητα που επιστρέφει κάθε μέρα
Για το μικρό ανολοκλήρωτο που γίνεται μέρος της ημέρας και συναντά τον άνθρωπο ξανά και ξανά.
Υπάρχουν εκκρεμότητες που δεν είναι μεγάλες και όμως καταλαμβάνουν σταθερή θέση στην ημέρα. Ένα τηλεφώνημα που δεν έγινε, ένα συρτάρι που μένει ανοιχτό, ένα μήνυμα που περιμένει απάντηση, μια μικρή επισκευή ή ένα χαρτί που μετακινείται από σημείο σε σημείο. Καμία από αυτές τις πράξεις δεν φαίνεται αρκετά σημαντική ώστε να οργανώσει τη ζωή γύρω της. Παρ’ όλα αυτά επιστρέφει στο βλέμμα, στη σκέψη ή στη διαδρομή του σώματος μέσα στον χώρο.
Η επανάληψη μπορεί να κάνει την εκκρεμότητα σχεδόν αόρατη. Ο άνθρωπος τη βλέπει και ταυτόχρονα την προσπερνά, όπως προσπερνά ένα γνώριμο έπιπλο. Άλλες φορές τη μεγεθύνει: η μικρή πράξη γίνεται απόδειξη αδυναμίας, ακαταστασίας ή έλλειψης χρόνου. Ανάμεσα στην αορατότητα και στη μεγέθυνση υπάρχει το ίδιο το γεγονός. Κάτι παραμένει ανολοκλήρωτο και συναντά καθημερινά τον άνθρωπο που ζει δίπλα του.
Η επανάληψη δίνει βάρος ακόμη και σε ό,τι φαίνεται μικρό.
Κάθε επιστροφή διαρκεί ίσως λίγα δευτερόλεπτα. Το βλέμμα πέφτει πάνω στο αντικείμενο, η σκέψη θυμάται τι χρειάζεται και μια μικρή εσωτερική κίνηση αρχίζει: «όχι τώρα», «να μην το ξεχάσω», «θα το κάνω αργότερα». Έπειτα η ημέρα συνεχίζεται. Το άθροισμα αυτών των στιγμών δεν μετριέται μόνο σε χρόνο. Δημιουργεί μια σχέση με τον χώρο και με τον εαυτό: κάτι ζητά επανειλημμένα θέση χωρίς να την αποκτά.
Δεν σημαίνει ότι κάθε εκκρεμότητα κρύβει βαθύτερο νόημα. Μπορεί απλώς να μην υπήρξε διαθέσιμος χρόνος, να λείπει ένα εργαλείο, να χρειάζεται η απάντηση άλλου ανθρώπου ή να έχει χαμηλή πραγματική προτεραιότητα. Η καθημερινότητα περιέχει περισσότερα από όσα ολοκληρώνονται σε μία ημέρα. Η ύπαρξη ανολοκλήρωτων πραγμάτων δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα ούτε χρειάζεται να γίνει προσωπική ερμηνεία.
Μερικά πράγματα δεν μας σταματούν· απλώς μας συναντούν ξανά στο ίδιο σημείο.
Το ανολοκλήρωτο αποκτά μορφή από τον τρόπο που κατοικεί στην ημέρα.
Μια εκκρεμότητα μπορεί να παραμένει επειδή εξαρτάται από κάτι συγκεκριμένο. Δεν υπάρχει ακόμη η πληροφορία, το χρήμα, η άδεια, το κατάλληλο υλικό ή ο κοινός χρόνος. Τότε η αναμονή της έχει πραγματικό περιεχόμενο. Μπορεί να καταλαμβάνει έναν ορισμένο χώρο και να μην απαιτεί καθημερινή νέα απόφαση. Το πράγμα παραμένει ανοικτό, αλλά η θέση του είναι γνωστή. Η προσοχή δεν χρειάζεται να το ξανασηκώνει κάθε φορά από την αρχή.
Άλλη εκκρεμότητα παραμένει επειδή η πράξη είναι απλή αλλά δυσάρεστη. Ένα τηλεφώνημα μπορεί να φέρει αμηχανία. Ένα έγγραφο μπορεί να συνδέεται με ευθύνη ή έξοδο χρημάτων. Η τακτοποίηση ενός αντικειμένου μπορεί να θυμίζει μια αλλαγή που δεν έχει ακόμη βρει θέση. Η καθημερινή μορφή δεν αποκαλύπτει μόνη της γιατί το πράγμα μένει. Επιτρέπει όμως να φανεί ότι το κόστος δεν βρίσκεται πάντα στον χρόνο που χρειάζεται η πράξη.
Μερικές εκκρεμότητες ανήκουν σε συμφωνίες με άλλους. Μια απάντηση που καθυστερεί αφήνει τον άλλον να περιμένει. Μια κοινή εργασία παραμένει στη μέση και μεταφέρει σιωπηλά βάρος. Εκεί το ανολοκλήρωτο δεν κατοικεί μόνο στο προσωπικό πρόγραμμα. Δημιουργεί πραγματικότητα στη σχέση, ακόμη κι αν κανείς δεν μιλά γι’ αυτό. Η πρόθεση να ολοκληρωθεί αργότερα δεν είναι ίδια με την πληροφορία που έχει ο άλλος τώρα.
Υπάρχουν επίσης πράγματα που έχουν πάψει να χρειάζονται, αλλά παραμένουν στον κατάλογο επειδή κάποτε θεωρήθηκαν σημαντικά. Η ημέρα τα μεταφέρει από εβδομάδα σε εβδομάδα χωρίς να αναρωτιέται αν εξακολουθούν να ανήκουν στη ζωή. Η ολοκλήρωση τότε μπορεί να μην είναι η εκτέλεση. Μπορεί να είναι η καθαρή αφαίρεση μιας παλιάς απαίτησης. Αυτό δεν είναι πάντοτε εύκολο, επειδή ένα γραμμένο καθήκον αποκτά συχνά μεγαλύτερη διάρκεια από τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκε.
Το περιβάλλον κρατά μνήμη των εκκρεμοτήτων. Ένα αντικείμενο πάνω στο τραπέζι, μια ειδοποίηση στην οθόνη ή μια στοίβα δίπλα στην πόρτα γίνονται σημεία όπου η προσοχή διακόπτεται. Μπορεί να μην ενοχλούν συνειδητά. Συμμετέχουν όμως στη μορφή του χώρου. Όταν μετακινηθούν ή ολοκληρωθούν, η αλλαγή γίνεται μερικές φορές αισθητή ως ησυχία που δεν ήταν αντιληπτή όσο έλειπε.
Η προσπάθεια να κλείσουν όλα μπορεί να δημιουργήσει άλλη ένταση. Η καθημερινότητα δεν γίνεται ποτέ εντελώς άδεια από υποχρεώσεις. Κάθε ολοκλήρωση φέρνει επόμενες ανάγκες, και ο κοινός κόσμος συνεχίζει να ζητά φροντίδα. Αν η ηρεμία τοποθετείται μετά το τελευταίο ανολοκλήρωτο, μπορεί να μετατίθεται διαρκώς. Η διαφορά δεν βρίσκεται στο να μην υπάρχει τίποτα ανοιχτό, αλλά στο αν τα ανοιχτά πράγματα έχουν αληθινή θέση και αναλογία.
Μια μικρή πράξη μπορεί να κλείσει μια εκκρεμότητα χωρίς ιδιαίτερη εσωτερική μεταβολή. Το μήνυμα στέλνεται, το αντικείμενο επισκευάζεται, το χαρτί αρχειοθετείται. Αυτό αρκεί. Δεν χρειάζεται κάθε ολοκλήρωση να γίνει τελετουργία ή μάθημα. Η καθημερινή ζωή έχει και τη λιτή της ακρίβεια: κάτι χρειαζόταν να γίνει και τώρα έχει γίνει. Ο χώρος που απελευθερώνεται μπορεί απλώς να υποδεχτεί το επόμενο.
Άλλοτε η πράξη δεν ολοκληρώνει ό,τι αντιπροσώπευε το πράγμα. Μια απάντηση στέλνεται, αλλά η σχέση παραμένει ανοιχτή. Ένα δωμάτιο αδειάζει, αλλά η αλλαγή που το έκανε αναγκαίο συνεχίζεται εσωτερικά. Η πρακτική ολοκλήρωση και η εσωτερική κίνηση δεν έχουν πάντα τον ίδιο χρόνο. Μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς η μία να χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι τελείωσε και η άλλη.
Όταν μια εκκρεμότητα επιστρέφει κάθε μέρα, γίνεται μέρος της πραγματικότητας είτε ολοκληρώνεται είτε όχι. Μπορεί να παραμείνει, να πάρει συγκεκριμένο χρόνο, να μοιραστεί, να αφαιρεθεί ή να κλείσει. Καμία από αυτές τις εκβάσεις δεν είναι υποχρεωτική από μόνη της. Αυτό που αλλάζει είναι ότι το πράγμα παύει να βρίσκεται μόνο στο περιθώριο του βλέμματος και εμφανίζεται με το πραγματικό του μέγεθος.
Μια μικρή εκκρεμότητα μπορεί να μην σημαίνει τίποτα περισσότερο από αυτό που είναι. Μπορεί όμως, μέσα από την επανάληψη, να έχει γίνει σταθερός κάτοικος της ημέρας.
Όταν γίνεται ορατή χωρίς κατηγορία και χωρίς μεγέθυνση, ο άνθρωπος συναντά όχι μόνο αυτό που μένει να γίνει, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το ανολοκλήρωτο έχει ήδη πάρει θέση στη ζωή του.