Η λέξη που μένει ανάμεσα στους δύο
Για τον τρόπο με τον οποίο μια φράση, μια υπόσχεση ή μια σιωπή αποκτά ζωή μέσα στη σχέση.
Μια λέξη δεν μένει πάντοτε σε εκείνον που τη λέει. Μόλις ακουστεί, γίνεται μέρος του χώρου ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Μπορεί να δημιουργήσει εγγύτητα, να δηλώσει όριο, να αφήσει αμφιβολία ή να ζητήσει κάτι από το μέλλον. Ο ομιλητής γνωρίζει ίσως την πρόθεσή του. Ο άλλος συναντά τη μορφή που έφτασε σε εκείνον. Ανάμεσα στα δύο υπάρχει η σχέση, όπου η λέξη αποκτά αποτελέσματα που κανείς δεν κρατά αποκλειστικά.
Δεν είναι όλες οι φράσεις δεσμεύσεις. Ένα αυθόρμητο σχόλιο, μια αμήχανη απάντηση ή μια κουβέντα της στιγμής δεν έχουν το ίδιο βάρος με το «θα είμαι εκεί», το «συμφωνώ», το «δεν θέλω» ή το «σε συγχωρώ». Ωστόσο ακόμη και οι μικρές επαναλήψεις μπορούν να οργανώσουν μια σχέση. Ο τόνος που επιστρέφει, η λέξη που ακυρώνει, η φράση που αφήνει χώρο ή εκείνη που προϋποθέτει διαρκώς την ίδια θέση δημιουργούν σταδιακά ένα γνώριμο πεδίο συνάντησης.
Η πρόθεση είναι μέρος του λόγου, όχι ολόκληρο το αποτέλεσμά του.
Κάποιος μπορεί να θέλει να καθησυχάσει και να ακουστεί σαν να μικραίνει τη δυσκολία. Μπορεί να προσπαθεί να προστατέψει και να δημιουργεί έλεγχο. Μπορεί να ζητά ειλικρίνεια με τρόπο που δεν αφήνει στον άλλον χώρο να μιλήσει. Αυτό δεν αποδεικνύει κρυφό κίνητρο ούτε ακυρώνει την πρόθεση. Δείχνει ότι ο λόγος ολοκληρώνεται και στην εμπειρία εκείνου που τον δέχεται.
Ο άλλος, βέβαια, δεν είναι ουδέτερος δέκτης. Ακούει μέσα από τη δική του ιστορία, τη στιγμή, την προσδοκία και όσα έχουν προηγηθεί στη σχέση. Η ίδια φράση μπορεί να φτάσει διαφορετικά σε δύο ανθρώπους ή στον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικό χρόνο. Η απόκριση δεν αποκαλύπτει αυτόματα τι «πραγματικά» ειπώθηκε. Προσθέτει όμως μια πληροφορία για το τι συνέβη στη συγκεκριμένη συνάντηση.
Ο λόγος περνά από τον έναν, αλλά η συνέχειά του δημιουργείται ανάμεσα στους δύο.
Η σχέση ακούει και όσα επαναλαμβάνονται.
Μια μεμονωμένη ασυνέπεια μπορεί να ανήκει στην ανθρώπινη αδυναμία, σε μια μεταβολή συνθηκών ή σε κάτι που δεν μπορούσε να προβλεφθεί. Όταν όμως μια υπόσχεση επαναλαμβάνεται και δεν συναντά τις αντίστοιχες πράξεις, η σχέση αρχίζει να οργανώνεται διαφορετικά. Ο άλλος δεν ακούει πλέον μόνο τη σημερινή διαβεβαίωση. Ακούει μαζί της και την ιστορία όσων προηγήθηκαν. Η βαρύτητα του λόγου μεταβάλλεται μέσα από τη συνέπειά του στον χρόνο.
Το «ναι» μπορεί να ανοίξει μια κοινή προσδοκία. Το «όχι» μπορεί να προστατέψει ένα όριο που επιτρέπει στη σχέση να παραμείνει πραγματική. Το «ίσως» μπορεί να δηλώσει ειλικρινή αβεβαιότητα ή να αφήσει τον άλλον σε μια αναμονή χωρίς μορφή. Καμία από αυτές τις λέξεις δεν έχει από μόνη της σταθερή ποιότητα. Το νόημά τους συναντά τις συνθήκες, την ελευθερία με την οποία ειπώθηκαν και τη συνέχεια που ακολούθησε.
Υπάρχουν στιγμές όπου μια καθαρή φράση είναι πιο ήπια από μια αόριστη καλοσύνη. Το να μην μπορεί κάποιος να προσφέρει αυτό που του ζητείται μπορεί να είναι δύσκολο να ειπωθεί, όμως η ασάφεια ίσως μεταφέρει το κόστος στον άλλον, που συνεχίζει να περιμένει. Άλλοτε η σαφήνεια χρειάζεται χρόνο, επειδή η άμεση απάντηση θα ήταν μόνο αντίδραση. Η σχέση δεν απαιτεί πάντοτε ταχύτητα. Χρειάζεται όμως να μην παρουσιάζεται η απουσία απάντησης ως απάντηση που δεν δόθηκε.
Και η σιωπή γίνεται μέρος του κοινού χώρου. Μπορεί να προσφέρει ακρόαση όταν οι λέξεις θα έκλειναν βιαστικά την εμπειρία. Μπορεί να επιτρέψει σε μια δύσκολη φράση να ακουστεί ολόκληρη. Μπορεί όμως και να λειτουργεί ως απόσυρση, τιμωρία ή άρνηση σχέσης. Δεν αρκεί η εξωτερική ησυχία για να γνωρίζουμε τι συμβαίνει. Η διάρκεια, το πλαίσιο και η δυνατότητα επιστροφής δίνουν στη σιωπή τη συγκεκριμένη της μορφή.
Μερικές φορές μια συζήτηση χάνει το αρχικό της θέμα επειδή κάθε άνθρωπος αρχίζει να υπερασπίζεται την εικόνα του εαυτού του. Η λέξη δεν υπηρετεί πλέον αυτό που συνέβη, αλλά την ανάγκη να αποδειχθεί ποιος έχει δίκιο, ποιος είναι καλός ή ποιος αδικήθηκε περισσότερο. Το γεγονός μπορεί να μικραίνει πίσω από τις εξηγήσεις. Δεν είναι πάντοτε δυνατό να επιστρέψει η συνάντηση αμέσως. Μπορεί όμως να γίνει ορατό ότι οι δύο άνθρωποι δεν μιλούν πια για το ίδιο πράγμα.
Η συγγνώμη είναι μια λέξη που αποκτά βάρος από όσα αναγνωρίζει. Μπορεί να κατονομάζει καθαρά μια πράξη και το αποτέλεσμά της ή να ζητά γρήγορη απαλλαγή από τη δυσφορία. Η ειλικρίνειά της δεν μετριέται μόνο από τη συγκίνηση της στιγμής. Συνεχίζεται στην ακρόαση, στην αποδοχή ότι ο άλλος μπορεί να μην είναι έτοιμος να επανέλθει και στη μεταβολή του τρόπου που δημιούργησε τη βλάβη.
Το ίδιο ισχύει για την ευχαριστία, την αποδοχή και την αναγνώριση. Μια φράση μπορεί να δει τον άλλον χωρίς να τον δεσμεύει να ανταποδώσει. Μπορεί να παρουσιάσει αυτό που έλαβε χωρίς να κατασκευάζει χρέος. Όταν ο λόγος αφήνει χώρο ελευθερίας, η σχέση δεν χρειάζεται να επιβεβαιώσει αμέσως τον ομιλητή. Ο άλλος παραμένει διαφορετικό πρόσωπο, με δικό του χρόνο, όριο και τρόπο πρόσληψης.
Υπάρχουν επίσης λόγια που δεν χρειάζεται να ειπωθούν επειδή θα χρησιμοποιούσαν τον άλλον ως χώρο εκφόρτισης. Η ειλικρίνεια δεν σημαίνει ότι κάθε σκέψη δικαιούται να εισέλθει αυτούσια στη σχέση. Η σιωπή εδώ μπορεί να είναι ανάληψη ευθύνης, όταν συνοδεύεται από επεξεργασία και δεν μετατρέπει τον άλλον σε αναγνώστη όσων δεν του εξηγήθηκαν. Άλλοτε, βέβαια, η απόκρυψη ενός πραγματικού γεγονότος προστατεύει μόνο εκείνον που το κρύβει. Η μορφή δεν αποφασίζει μόνη της.
Μετά τον λόγο, η πραγματικότητα απαντά. Η συζήτηση αλλάζει, η εμπιστοσύνη ενισχύεται ή λεπταίνει, ένα όριο γίνεται καθαρό, μια απόσταση ανοίγει ή μια νέα δυνατότητα συνάντησης εμφανίζεται. Η ανάδραση δεν είναι τελική απόφαση για την αξία κανενός. Είναι μέρος του κοινού γεγονότος. Μπορεί να ακουστεί, να διορθώσει μια διατύπωση ή να δείξει ότι η πρόθεση και το αποτέλεσμα χρειάζονται να συναντηθούν ξανά.
Η λέξη που μένει ανάμεσα στους δύο δεν ανήκει πια μόνο σε εκείνον που την είπε. Ούτε όμως ο άλλος μπορεί να ορίσει μόνος του ολόκληρο το νόημά της. Η σχέση κρατά την πρόθεση, τη μορφή, την πρόσληψη και όσα ακολούθησαν.
Μερικές φορές η συνάντηση συνεχίζεται με μια νέα φράση. Άλλες φορές με μια πράξη, ένα όριο ή μια σιωπή που αφήνει πραγματική δυνατότητα επιστροφής.