Ο χώρος που υπάρχει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους
Για όσα γεννιούνται στη συνάντηση και δεν ανήκουν αποκλειστικά στον έναν ή στον άλλον.
Κάθε σχέση δημιουργεί έναν χώρο που δεν υπήρχε πριν από τη συνάντηση. Μέσα του κινούνται λέξεις, σιωπές, προσδοκίες, εγγύτητα και απόσταση.
Ο χώρος αυτός επηρεάζεται και από τους δύο, χωρίς να βρίσκεται ποτέ εξ ολοκλήρου στην κατοχή κανενός. Ό,τι φέρνει ο ένας συναντά ό,τι μπορεί να δεχτεί, να αναγνωρίσει ή να επιστρέψει ο άλλος.
Η εγγύτητα δεν καταργεί τη διαφορά.
Μπορεί να υπάρχει σύνδεση χωρίς ταύτιση και απόσταση χωρίς εγκατάλειψη. Ένα όριο μπορεί να προστατεύει τη συνάντηση, όπως και μια ανοιχτή πόρτα μπορεί να επιτρέπει την επιστροφή.
Δεν είναι πάντοτε σαφές ποιο μέρος μιας δυσκολίας ανήκει σε ποιον. Κάποιες φορές όμως γίνεται ορατό τι μπορεί να αναλάβει ο καθένας χωρίς να ορίσει τον άλλον.
Η σχέση δεν είναι μόνο όσα φέρνουν δύο άνθρωποι· είναι και όσα δημιουργούνται ανάμεσά τους.
Ο κοινός χώρος χρειάζεται και εγγύτητα και όριο.
Δύο άνθρωποι μπορεί να χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις και να εννοούν διαφορετικά πράγματα. Η φροντίδα για τον έναν μπορεί να είναι συνεχής παρουσία, ενώ για τον άλλον να είναι η ελευθερία να μείνει μόνος. Η σιωπή μπορεί να βιώνεται ως σεβασμός ή ως απομάκρυνση. Η διαφορά αυτή δεν σημαίνει από μόνη της ότι κάποιος αισθάνεται σωστά και κάποιος λάθος. Δείχνει ότι ο κοινός χώρος δεν αποτελεί απλή ένωση δύο προθέσεων. Διαμορφώνεται από τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι προθέσεις γίνονται αντιληπτές και λαμβάνουν απάντηση.
Η προσπάθεια να καταλάβουμε τον άλλον μπορεί να είναι μια πράξη εγγύτητας. Μπορεί όμως, χωρίς να το αντιληφθούμε, να γίνει απόπειρα να εξηγήσουμε ποιος είναι, τι αισθάνεται ή τι θα έπρεπε να κάνει. Τότε η κατανόηση παύει να αφήνει χώρο στην έκπληξη της πραγματικής απάντησης. Ο άλλος περιορίζεται στην εικόνα που κατασκευάσαμε γι’ αυτόν. Μια σχέση παραμένει ζωντανή όταν η γνώση που αποκτήθηκε από το παρελθόν δεν ακυρώνει τη δυνατότητα ο άνθρωπος απέναντί μας να εμφανιστεί διαφορετικός στο παρόν.
Τα όρια συχνά γίνονται ορατά τη στιγμή που έχουν ήδη πιεστεί. Εμφανίζεται κόπωση, θυμός, αποφυγή ή η αίσθηση ότι κάτι δίνεται χωρίς ελεύθερη συγκατάθεση. Ένα όριο δεν χρειάζεται να είναι κατηγορία για να είναι πραγματικό. Μπορεί να δηλώνει τι είναι διαθέσιμο, τι δεν μπορεί να αναληφθεί και ποια συνθήκη χρειάζεται για να συνεχιστεί η συνάντηση. Δεν εγγυάται ότι ο άλλος θα συμφωνήσει. Διατηρεί όμως καθαρή την ευθύνη εκείνου που το εκφράζει, χωρίς να του δίνει εξουσία πάνω στην επιλογή του άλλου.
Η εγγύτητα επίσης δεν μπορεί να απαιτηθεί ως απόδειξη σχέσης. Υπάρχουν στιγμές όπου δύο άνθρωποι συναντιούνται βαθιά και άλλες όπου η απόσταση είναι μεγαλύτερη. Η διακύμανση αυτή δεν σημαίνει πάντοτε ότι ο δεσμός κινδυνεύει. Μπορεί να αντανακλά τις ανάγκες, τις δυνατότητες και τις μεταβολές της ζωής. Όταν κάθε απόσταση αντιμετωπίζεται ως απόρριψη, ο κοινός χώρος γεμίζει με διαρκείς δοκιμασίες επιβεβαίωσης. Όταν κάθε ανάγκη εγγύτητας θεωρείται εξάρτηση, η σχέση χάνει τη δυνατότητα να προσφέρει πραγματική παρουσία.
Μια δυσκολία στη σχέση μπορεί να ανήκει σε ένα συγκεκριμένο συμβάν, σε μια επαναλαμβανόμενη δυναμική ή σε κάτι που ο καθένας φέρνει από αλλού. Αυτά συχνά συνυπάρχουν. Η αναζήτηση ενός μοναδικού υπεύθυνου απλοποιεί προσωρινά το τοπίο, αλλά μπορεί να κρύψει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε η κατάσταση. Η ανάληψη του δικού μας μέρους δεν σημαίνει ότι αναλαμβάνουμε και το μέρος του άλλου. Σημαίνει ότι μπορούμε να δούμε τις πράξεις, τις παραλείψεις και τις επιλογές μας χωρίς να τις χρησιμοποιούμε ως μέσο για να εξαναγκάσουμε αντίστοιχη αναγνώριση.
Υπάρχουν φορές όπου η πιο ακριβής απάντηση σε μια σχέση είναι μια συνομιλία. Υπάρχουν και φορές όπου προηγείται η σιωπή, ώστε να μην ειπωθούν λόγια που υπηρετούν μόνο την ένταση. Η σιωπή δεν είναι πάντα ωφέλιμη ούτε η έκφραση πάντα απελευθερωτική. Η ποιότητά τους εξαρτάται από το αν διατηρούν τη δυνατότητα συνάντησης ή χρησιμοποιούνται για να τιμωρήσουν, να αποφύγουν και να ελέγξουν. Αυτή η διάκριση δεν είναι πάντοτε άμεση. Μπορεί να φανεί από το τι αφήνει πίσω της κάθε επιλογή.
Ο κοινός χώρος αλλάζει όταν ένας από τους δύο αλλάζει θέση. Η μεταβολή μπορεί να προσκαλέσει μια νέα συνάντηση, αλλά δεν την εξασφαλίζει. Ο άλλος μπορεί να κινηθεί, να παραμείνει όπως ήταν ή να απομακρυνθεί. Η ελευθερία αυτή είναι μέρος της σχέσης, ακόμη και όταν πονά. Κανείς δεν μπορεί μόνος του να δημιουργήσει αμοιβαιότητα. Μπορεί όμως να παραμένει καθαρός σε αυτό που προσφέρει, σε αυτό που ζητά και σε αυτό που δεν μπορεί πια να συνεχίσει, αφήνοντας την απάντηση να ανήκει πραγματικά στον άλλον.
Η αποκατάσταση μιας σχέσης, όταν είναι δυνατή, δεν σημαίνει επιστροφή στο σημείο πριν από τη δυσκολία. Όσα συνέβησαν έχουν ήδη μεταβάλει τον κοινό χώρο. Μπορούν όμως να γίνουν μέρος μιας νέας γνώσης: τι πληγώνει, τι χρειάζεται να λέγεται νωρίτερα, ποια όρια δεν ήταν ορατά και ποια παρουσία μπορεί πράγματι να προσφερθεί. Η εμπιστοσύνη δεν επιστρέφει με διαβεβαιώσεις μόνο. Διαμορφώνεται από μικρές συνεπείς εμπειρίες, στον χρόνο που χρειάζεται ο καθένας.
Και όταν μια σχέση ολοκληρώνεται, ο κοινός χώρος δεν γίνεται αναγκαστικά ανύπαρκτος. Παραμένουν οι επιδράσεις, όσα μάθαμε, όσα προσφέραμε και όσα δεν μπόρεσαν να συναντηθούν. Η απομάκρυνση μπορεί να είναι πράξη προστασίας, αποδοχής ή απλής αναγνώρισης ότι η αμοιβαιότητα δεν είναι διαθέσιμη. Δεν χρειάζεται κάθε τέλος να μετατραπεί σε κατηγορία ή αποτυχία. Μπορεί να σταθεί ως το όριο μιας συγκεκριμένης δυνατότητας συνάντησης.
Η αναγνώριση αυτού του ενδιάμεσου χώρου δεν λύνει από μόνη της μια σχέση.
Μπορεί όμως να αφήσει να φανεί πού υπάρχει πραγματική συνάντηση, πού χρειάζεται απόσταση και τι παραμένει ελεύθερη επιλογή του καθενός.