Πολιτεία της Συνειδητότητας
← Υλικό
Υλικό για να παραμείνεις7 λεπτά ανάγνωσης

Οι λίγοι όροφοι μέσα στο ασανσέρ

Για τη σύντομη κοινή διαδρομή αγνώστων που μοιράζονται έναν μικρό χώρο ανάμεσα σε δύο ορόφους.

Η πόρτα ανοίγει και για λίγα δευτερόλεπτα άνθρωποι που δεν γνωρίζονται βρίσκονται στον ίδιο μικρό χώρο. Κάποιος κρατά σακούλες, κάποιος κοιτά την ένδειξη των ορόφων, ένα παιδί πλησιάζει τα κουμπιά και ένας γείτονας επιστρέφει κουρασμένος. Ο καθένας έχει έρθει από αλλού και θα φύγει σε διαφορετικό σημείο.

Η κοινή διαδρομή είναι τόσο σύντομη ώστε σπάνια θεωρείται συνάντηση. Κι όμως, μέσα της εμφανίζονται βλέμματα, αποστάσεις, μικρές κινήσεις παραχώρησης και η αδιόρατη συνεννόηση για το ποιος θα βγει πρώτος όταν η πόρτα ανοίξει.

Μερικές συναντήσεις διαρκούν όσο η μετάβαση από έναν όροφο στον άλλο.

Στο ασανσέρ δεν υπάρχει αρκετός χώρος για την απόσταση που συνήθως κρατούν οι άγνωστοι. Τα σώματα πλησιάζουν χωρίς οικειότητα και η προσοχή στρέφεται συχνά σε ένα ουδέτερο σημείο: στους αριθμούς, στο πάτωμα, σε μια οθόνη. Αυτή η μικρή απομάκρυνση του βλέμματος επιτρέπει στους ανθρώπους να μοιραστούν την εγγύτητα χωρίς να τη μετατρέψουν σε απαίτηση.

Ένα «καλημέρα», μια ερώτηση για τον όροφο ή το κράτημα της πόρτας αρκούν για να αλλάξει η ατμόσφαιρα. Δεν δημιουργούν απαραίτητα σχέση. Δίνουν όμως για μια στιγμή μορφή στο γεγονός ότι περισσότεροι άνθρωποι κινούνται μαζί.

Ο κοινός χώρος υπάρχει ακόμη κι όταν κανείς δεν μένει μέσα του για πολύ.

Η σύντομη συνύπαρξη έχει τον δικό της ρυθμό.

Κάθε είσοδος μετακινεί όσους βρίσκονται ήδη μέσα. Ένα βήμα προς τα πίσω, μια τσάντα που κατεβαίνει από τον ώμο, ένα σώμα που στρέφεται στο πλάι δημιουργούν θέση. Οι κινήσεις αυτές γίνονται συχνά χωρίς λόγια. Δεν είναι μεγάλες πράξεις προσφοράς· είναι ο πρακτικός τρόπος με τον οποίο ένας περιορισμένος χώρος χωρά προσωρινά περισσότερους.

Η σειρά των κουμπιών φέρνει μια μικρή κοινή γνώση. Κάποιος βλέπει ότι ο τέταρτος όροφος έχει ήδη πατηθεί, κάποιος άλλος πλησιάζει τον πίνακα για εκείνον που δεν φτάνει. Για λίγες στιγμές, οι διαφορετικοί προορισμοί εμφανίζονται ο ένας δίπλα στον άλλο ως φωτισμένοι αριθμοί. Κανείς δεν γνωρίζει τι υπάρχει πίσω από τις πόρτες όπου θα σταματήσει ο άλλος.

Υπάρχουν φορές που ο μηχανισμός αργεί ή σταματά απότομα. Τότε η ουδέτερη συνύπαρξη αποκτά μεγαλύτερη ένταση. Τα βλέμματα σηκώνονται, μια σύντομη φράση ακούγεται, η κοινή αναμονή γίνεται πιο καθαρή. Δεν αντιδρούν όλοι το ίδιο. Κάποιος αστειεύεται, κάποιος σωπαίνει, κάποιος ανησυχεί. Ο μικρός χώρος κρατά για λίγο αυτές τις διαφορετικές αποκρίσεις.

Το ασανσέρ έχει και τις δικές του ανισότητες. Ένας άνθρωπος με καρότσι, μπαστούνι, αναπηρικό αμαξίδιο ή πολλά αντικείμενα δεν καταλαμβάνει τον χώρο με τον ίδιο τρόπο ούτε έχει την ίδια ευκολία εισόδου και εξόδου. Αυτό που για κάποιον είναι μια αδιάφορη διαδρομή μπορεί για άλλον να εξαρτά ολόκληρη την πρόσβαση στο κτίριο. Η καθημερινή συνάντηση περιλαμβάνει και αυτές τις πραγματικές διαφορές.

Μερικές φορές η πόρτα κλείνει ενώ κάποιος πλησιάζει. Άλλοτε ένα χέρι την κρατά και προσθέτει λίγα δευτερόλεπτα στη διαδρομή όλων. Καμία από τις δύο στιγμές δεν περιγράφει ολόκληρο τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου. Είναι μικρά γεγονότα, επηρεασμένα από το αν είδε, αν πρόλαβε, αν βιαζόταν ή αν ο μηχανισμός ανταποκρίθηκε. Παρ’ όλα αυτά, για εκείνον που έμεινε έξω ή μπήκε μέσα, το αποτέλεσμα είναι συγκεκριμένο.

Σε μια πολυκατοικία οι ίδιες σύντομες συναντήσεις επαναλαμβάνονται. Πρόσωπα που αρχικά ήταν άγνωστα αποκτούν ένα όνομα, έναν όροφο ή απλώς έναν γνώριμο χαιρετισμό. Η οικειότητα παραμένει περιορισμένη, αλλά δεν είναι ανύπαρκτη. Χτίζεται από την αναγνώριση ότι οι ζωές μοιράζονται το ίδιο κτίριο χωρίς να μοιράζονται απαραίτητα τις ιστορίες τους.

Μέσα στον ίδιο χώρο ταξιδεύουν και ίχνη της κάθε ημέρας: η μυρωδιά της βροχής σε ένα παλτό, φαγητό από μια σακούλα, χώμα από παπούτσια, ένα άρωμα ή ο ήχος μιας κλήσης. Ό,τι ανήκε πριν σε έναν ιδιωτικό χώρο γίνεται για λίγο μέρος της κοινής ατμόσφαιρας. Μπορεί να είναι ευχάριστο, αδιάφορο ή ενοχλητικό για τους άλλους, χωρίς κανείς να γνωρίζει την προέλευσή του. Η συνύπαρξη δεν είναι μόνο οι προθέσεις των ανθρώπων, αλλά και όσα μεταφέρουν μαζί τους χωρίς να το επιδιώκουν.

Ο καθρέφτης, όταν υπάρχει, μεγαλώνει οπτικά τον χώρο και ταυτόχρονα επιστρέφει σε όλους την εικόνα της εγγύτητας. Κάποιος διορθώνει τα μαλλιά του, κάποιος αποφεύγει να κοιτάξει, κάποιος βλέπει πίσω του αν υπάρχει θέση. Το ίδιο αντικείμενο υπηρετεί πρακτικές ανάγκες και δημιουργεί έναν ακόμη τρόπο αμοιβαίας επίγνωσης. Οι άνθρωποι παραμένουν ξένοι, αλλά δεν είναι αόρατοι ο ένας για τον άλλον.

Σε ένα νοσοκομείο, ένα γραφείο ή έναν σταθμό, το ίδιο κουτί μεταφέρει άλλου είδους σιωπές. Κάποιος κατευθύνεται σε μια δύσκολη συνάντηση, κάποιος τελείωσε τη βάρδια του, κάποιος επισκέπτεται έναν άνθρωπο που αγαπά. Τίποτε από αυτά δεν είναι ορατό με βεβαιότητα. Η άγνοια αυτή αφήνει κάθε συνεπιβάτη περισσότερο από όσο φαίνεται εκείνη τη στιγμή.

Όταν η πόρτα ανοίγει, η μικρή ομάδα διαλύεται. Ένας αποχαιρετισμός μπορεί να ακουστεί, ή όλοι να φύγουν χωρίς λέξη. Ο χώρος αδειάζει και σε λίγο θα δεχτεί άλλους. Η συνάντηση δεν αφήνει συνήθως ανάμνηση. Έχει όμως ήδη επηρεάσει τον ρυθμό: ποιος περίμενε, ποιος μπήκε, ποιος βγήκε με ευκολία.

Η καθημερινότητα αποτελείται σε μεγάλο μέρος από τέτοιες επαφές που δεν εξελίσσονται σε σχέσεις. Δεν είναι γι’ αυτό ανύπαρκτες. Δείχνουν πώς οι άνθρωποι μοιράζονται υποδομές, χρόνο και περιορισμένο χώρο, χωρίς να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον. Η κοινή ζωή εμφανίζεται για λίγους ορόφους και ύστερα συνεχίζει σε διαφορετικές κατευθύνσεις.

Μέχρι να ανοίξει η επόμενη πόρτα, οι άγνωστοι έχουν διανύσει μαζί μια μικρή απόσταση.

Ίσως να μην κρατήσουν τίποτε από αυτήν. Ο χώρος, όμως, για λίγο διαμορφώθηκε από την παρουσία όλων.