Πολιτεία της Συνειδητότητας
← Υλικό
Υλικό για να παραμείνεις7 λεπτά ανάγνωσης

Η σιωπή που δεν σημαίνει το ίδιο και στους δύο

Για τη σιωπή μιας συνάντησης όταν κάθε άνθρωπος την κατοικεί με διαφορετικό τρόπο.

Μια συζήτηση σταματά. Στο τραπέζι μένουν δύο ποτήρια, ένας θόρυβος από τον δρόμο και η απόσταση μέχρι την επόμενη λέξη. Κανείς δεν μιλά, όμως η σιωπή δεν είναι απαραίτητα κοινή. Ο ένας μπορεί να τη νιώθει ως χρόνο, ο άλλος ως απομάκρυνση. Για τον έναν είναι ηρεμία, για τον άλλον αβεβαιότητα.

Εξωτερικά συμβαίνει το ίδιο πράγμα: δεν ακούγονται λόγια. Εσωτερικά, δύο διαφορετικές εμπειρίες μπορούν να βρίσκονται πολύ μακριά. Η σιωπή δεν εξηγεί από μόνη της ποια από αυτές είναι παρούσα, ούτε αποκαλύπτει με βεβαιότητα τι σημαίνει για τον άλλον.

Η απουσία λέξεων δεν δημιουργεί πάντοτε κοινό νόημα.

Υπάρχουν σιωπές που μοιράζονται χωρίς δυσκολία, όπως όταν δύο άνθρωποι κοιτούν το ίδιο τοπίο ή ολοκληρώνουν μαζί μια κουραστική μέρα. Υπάρχουν και σιωπές που εμφανίζονται μέσα σε κάτι ανολοκλήρωτο. Τότε κάθε μικρή κίνηση μπορεί να διαβάζεται σαν απάντηση, παρότι δεν έχει δοθεί καμία.

Η σχέση γεμίζει το κενό με την ιστορία της. Παλιές συνομιλίες, τρόποι αποχώρησης, στιγμές εγγύτητας και προηγούμενες παρεξηγήσεις στέκονται γύρω από την παρούσα παύση. Δεν καθορίζουν αναγκαστικά τη σημασία της, αλλά επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αισθητή.

Δύο άνθρωποι μπορούν να σωπαίνουν μαζί και να μη βρίσκονται στο ίδιο σημείο.

Ανάμεσα στη σιωπή και στην ερμηνεία υπάρχει απόσταση.

Όταν οι λέξεις λείπουν, η ερμηνεία συχνά φτάνει γρήγορα. Ένα βλέμμα γίνεται απόρριψη, μια καθυστέρηση γίνεται αδιαφορία, μια ήρεμη στάση γίνεται συμφωνία. Καθεμία από αυτές τις αναγνώσεις μπορεί να είναι πιθανή, αλλά δεν μετατρέπεται σε γεγονός μόνο επειδή ταιριάζει με όσα φοβάται ή ελπίζει κάποιος. Η πραγματικότητα της σιωπής παραμένει μικρότερη από τις ιστορίες που μπορούν να χτιστούν γύρω της.

Για ορισμένους ανθρώπους η παύση δίνει χώρο ώστε μια σκέψη να αποκτήσει ακριβέστερη μορφή. Για άλλους η ίδια διάρκεια μοιάζει να αφήνει τη σχέση χωρίς στήριγμα. Αυτές οι διαφορές δεν δηλώνουν απαραίτητα περισσότερη ή λιγότερη φροντίδα. Μπορεί να σχετίζονται με ρυθμούς, συνήθειες και τρόπους συνομιλίας που δημιουργήθηκαν σε διαφορετικές ζωές.

Μια σιωπή μπορεί επίσης να προστατεύει κάτι εύθραυστο από μια βιαστική λέξη. Δεν είναι πάντα έτοιμο ό,τι έχει γίνει αισθητό. Ο άνθρωπος μπορεί να αναγνωρίζει ότι μια άμεση φράση θα ήταν ατελής ή σκληρή και να παραμένει για λίγο χωρίς λόγο. Ο άλλος, που δεν γνωρίζει αυτή την εσωτερική εργασία, συναντά μόνο την εξωτερική απουσία.

Υπάρχουν όμως και παύσεις που πράγματι απομακρύνουν. Η συνομιλία σταματά όχι για να βρεθεί μια λέξη, αλλά επειδή η επαφή έχει δυσκολέψει. Ακόμη και τότε, η σιωπή δεν περιγράφει όλο το γεγονός. Δεν λέει αν η απόσταση είναι προσωρινή, αν αποτελεί όριο ή αν κανείς δεν γνωρίζει ακόμη πώς να επιστρέψει. Αφήνει ορατό μόνο ότι η συνάντηση δεν συνεχίζεται όπως πριν.

Το σώμα συμμετέχει σε αυτή την ασάφεια. Ένα χέρι που μένει ακίνητο, η κατεύθυνση του βλέμματος, η απόσταση ανάμεσα στις καρέκλες μπορεί να προσφέρουν ενδείξεις. Καμία κίνηση όμως δεν έχει μία καθολική μετάφραση. Το ίδιο χαμηλωμένο βλέμμα μπορεί να συνοδεύει σκέψη, λύπη, κούραση ή απλή συγκέντρωση. Η παρατήρηση δεν καταργεί το άγνωστο που υπάρχει μέσα στον άλλον.

Όταν μια λέξη τελικά εμφανίζεται, δεν λύνει πάντοτε τη διαφορά. Ο ένας μπορεί να πει ότι χρειαζόταν χρόνο και ο άλλος να συνεχίζει να έχει βιώσει εγκατάλειψη. Και οι δύο περιγραφές αφορούν το ίδιο διάστημα από διαφορετική θέση. Η πρόθεση του ενός δεν σβήνει την εμπειρία του άλλου, όπως και η εμπειρία του άλλου δεν αποδεικνύει μια πρόθεση που δεν υπήρχε.

Εκεί μπορεί να δημιουργηθεί μια πιο ακριβής συνάντηση: όχι επειδή οι δύο εκδοχές συγχωνεύονται, αλλά επειδή παύουν να ανταγωνίζονται για το ποια ήταν η μόνη αλήθεια της στιγμής. Η σιωπή είχε μια εξωτερική μορφή και δύο εσωτερικές συνέχειες. Η σχέση τις περιλαμβάνει και τις δύο, μαζί με όσα δεν ειπώθηκαν ακόμη.

Μερικές φορές η κοινή σιωπή χτίζεται με τον χρόνο. Οι άνθρωποι μαθαίνουν πότε η παύση του άλλου είναι μέρος της παρουσίας του και πότε η απόσταση αλλάζει. Αυτή η γνώση δεν γίνεται αλάθητη. Παραμένει ζωντανή και επανεξετάζεται, επειδή ακόμη και ένας γνώριμος άνθρωπος δεν αντιδρά πάντοτε με τον ίδιο τρόπο.

Στα γραπτά μηνύματα η σιωπή αποκτά άλλη διάρκεια. Η απουσία απάντησης μπορεί να κρατήσει λεπτά ή ώρες, ενώ ο καθένας βρίσκεται σε διαφορετικό χώρο και δεν βλέπει τι συμβαίνει γύρω από τον άλλον. Η ένδειξη ότι ένα μήνυμα διαβάστηκε προσθέτει πληροφορία, όχι όμως ολόκληρο νόημα. Δεν δείχνει αν υπήρχε χρόνος, συγκέντρωση, διαθέσιμη λέξη ή απλώς μια στιγμή ανάμεσα σε άλλες πράξεις. Το κενό της οθόνης μπορεί έτσι να γεμίσει με περισσότερες υποθέσεις από μια παύση πρόσωπο με πρόσωπο.

Μια επόμενη συνομιλία μπορεί να επιστρέψει σε αυτό το κενό και να του δώσει ονόματα. Ακόμη κι έτσι, ο χρόνος που προηγήθηκε δεν ξαναγράφεται πλήρως. Ο ένας έζησε την αναμονή και ο άλλος τη δική του απουσία από τη συνομιλία. Η εξήγηση δημιουργεί νέο κοινό έδαφος, αλλά δεν κάνει τις δύο προηγούμενες εμπειρίες ίδιες. Απλώς τις φέρνει σε επαφή με περισσότερα πραγματικά στοιχεία.

Άλλοτε η διαφορά μένει. Ο ένας εξακολουθεί να χρειάζεται περισσότερες λέξεις και ο άλλος περισσότερο κενό. Η σχέση δεν επιλύει κάθε τέτοια απόσταση. Μπορεί όμως να τη γνωρίζει, να αναγνωρίζει το πραγματικό της κόστος και να μην αποδίδει αυτόματα στον άλλον όσα δεν έχουν φανεί.

Η σιωπή ανάμεσα σε δύο ανθρώπους δεν είναι κενή, αλλά ούτε και διαφανής.

Κρατά όσα μπορεί να μοιραστούν, όσα βιώνονται διαφορετικά και όσα παραμένουν για λίγο χωρίς κοινή λέξη.