Η θέση του «ίσως» ανάμεσα στο «ναι» και στο «όχι»
Για την απάντηση που δεν κλείνει ακόμη την επιλογή, χωρίς αναγκαστικά να εγκαταλείπει το ερώτημα.
Ανάμεσα στο «ναι» και στο «όχι» υπάρχει μια απάντηση που συχνά ακούγεται αδύναμη: «ίσως». Δεν δίνει άμεση κατεύθυνση, δεν προσφέρει στον άλλον βεβαιότητα και δεν ολοκληρώνει το ερώτημα. Μπορεί να σημαίνει ότι λείπει μια πληροφορία, ότι δύο πραγματικές ανάγκες παραμένουν ανοιχτές ή ότι ο άνθρωπος δεν έχει ακόμη σχέση με τις συνέπειες της επιλογής. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται για να μη δηλωθεί μια κατεύθυνση που έχει ήδη γίνει αισθητή.
Η ίδια λέξη χωρά διαφορετικές κινήσεις. Υπάρχει «ίσως» που παραμένει διαθέσιμο στην πραγματικότητα και «ίσως» που κρατά τους πάντες σε αναμονή χωρίς όριο. Υπάρχει εκείνο που προστατεύει από μια βιαστική δέσμευση και εκείνο που μεταφέρει το βάρος της απόφασης στον χρόνο ή στον άλλον. Η λέξη από μόνη της δεν αποκαλύπτει ποια μορφή έχει. Το πλαίσιο, όσα λείπουν και όσα προκαλεί η αναμονή συμπληρώνουν το νόημά της.
Το «ίσως» μπορεί να είναι ακριβής απάντηση, όχι όμως απάντηση χωρίς συνέπειες.
Σε ορισμένα ερωτήματα η αβεβαιότητα είναι πραγματική. Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία, οι συνθήκες αλλάζουν ή η επιλογή αφορά περισσότερους ανθρώπους που δεν έχουν ακόμη συναντηθεί. Ένα άμεσο «ναι» ή «όχι» θα παρουσίαζε ως καθαρό κάτι που δεν είναι. Το «ίσως» τότε δεν μειώνει την ευθύνη. Δηλώνει το όριο της σημερινής γνώσης και αφήνει ορατό ότι η κατεύθυνση δεν έχει ακόμη αναληφθεί.
Σε άλλα ερωτήματα η αβεβαιότητα έχει γίνει μόνιμη μορφή. Κάθε νέα πληροφορία γεννά άλλη απαίτηση, κάθε προθεσμία μετακινείται και εκείνοι που περιμένουν δεν γνωρίζουν πού βρίσκονται. Η αναμονή δεν παραμένει ιδιωτική όταν δεσμεύει τον χρόνο, την εργασία ή την προσδοκία άλλων. Ακόμη και χωρίς τελική απάντηση, το «ίσως» έχει ήδη εισέλθει στον κοινό κόσμο.
Το «ίσως» δεν είναι κενό ανάμεσα σε δύο απαντήσεις· είναι μια προσωρινή θέση με δικό της βάρος.
Η αβεβαιότητα μπορεί να αναγνωρίζεται χωρίς να μεταμφιέζεται σε βεβαιότητα.
Μερικές φορές είναι σαφές τι κρατά ανοιχτό το ερώτημα. Αναμένεται ένα αποτέλεσμα, μια συνομιλία, μια πρακτική δυνατότητα ή η ολοκλήρωση μιας άλλης ευθύνης. Το «ίσως» έχει τότε σχέση με κάτι συγκεκριμένο. Δεν υπόσχεται ποια θα είναι η τελική απάντηση. Δείχνει μόνο ότι υπάρχει ένα πραγματικό σημείο μετά το οποίο το ερώτημα μπορεί να συναντηθεί ξανά με περισσότερα δεδομένα.
Άλλοτε δεν λείπει πληροφορία αλλά εσωτερική συμφωνία. Ο άνθρωπος βλέπει καθαρά τα στοιχεία και παραμένει τραβηγμένος προς περισσότερες από μία κατευθύνσεις. Η αντίφαση δεν είναι απόδειξη αδυναμίας. Μπορεί να σημαίνει ότι κάθε επιλογή αγγίζει κάτι ουσιαστικό και αφήνει κάτι επίσης ουσιαστικό πίσω. Το «ίσως» κρατά για λίγο ορατό αυτό το πραγματικό κόστος, χωρίς να το εξαφανίζει με μια πρόωρη απάντηση.
Ο χρόνος δεν λύνει αυτομάτως την αβεβαιότητα. Μπορεί να φέρει νέα εμπειρία, να αλλάξει τις συνθήκες ή να αφήσει την ένταση να υποχωρήσει. Μπορεί όμως και να επαναλαμβάνει το ίδιο ερώτημα χωρίς νέο υλικό. Η διάρκεια από μόνη της δεν δείχνει αν το «ίσως» εξακολουθεί να έχει έργο. Αυτό φαίνεται περισσότερο από το αν κάτι μεταβάλλεται μέσα στην αναμονή.
Στις σχέσεις, το «ίσως» επηρεάζει διαφορετικά εκείνον που το λέει και εκείνον που το ακούει. Ο πρώτος διατηρεί χώρο πριν δεσμευτεί. Ο δεύτερος μπορεί να αναβάλλει δικές του κινήσεις, να κρατά διαθέσιμο χρόνο ή να μην γνωρίζει αν μια συμφωνία υπάρχει. Καμία από αυτές τις εμπειρίες δεν ακυρώνει την άλλη. Η ελευθερία να μην έχει δοθεί ακόμη απάντηση συναντά την ελευθερία του άλλου να μη μείνει απεριόριστα σε αναμονή.
Υπάρχουν ερωτήματα όπου το «ίσως» δεν είναι διαθέσιμο για πολύ. Μια προθεσμία, μια ανάγκη προστασίας ή μια κοινή ευθύνη μπορεί να απαιτήσει πράξη πριν υπάρξει πλήρης καθαρότητα. Η απόφαση τότε γίνεται με όσα είναι γνωστά και παραμένει ανοιχτή σε διόρθωση. Η αβεβαιότητα δεν εξαφανίζεται επειδή ο χρόνος τελείωσε. Ενσωματώνεται στην επιλογή αντί να παρουσιάζεται ως λυμένη.
Υπάρχουν επίσης ερωτήματα όπου κανείς δεν δικαιούται να απαιτήσει άμεση απάντηση. Μια προσωπική δέσμευση, μια αλλαγή ζωής ή η είσοδος σε μια σχέση μπορεί να ζητά χρόνο που δεν ορίζεται από την ανυπομονησία του άλλου. Η πίεση μπορεί να παράγει μια λέξη χωρίς πραγματική ανάληψη. Ένα «ναι» που δόθηκε μόνο για να τελειώσει η απαίτηση δεν δημιουργεί κατ’ ανάγκη την καθαρότητα που έλειπε.
Το «ίσως» μπορεί να γίνει πιο ακριβές χωρίς να μετατραπεί σε υπόσχεση. Μπορεί να ξεχωρίζει τι γνωρίζεται, τι παραμένει ανοιχτό και ποια πράξη δεν έχει ακόμη συμφωνηθεί. Αυτή η σαφήνεια δεν επιταχύνει υποχρεωτικά το τέλος. Περιορίζει όμως τις διαφορετικές υποθέσεις που μπορεί να χτίσει κάθε πλευρά γύρω από την ίδια λέξη.
Κάποτε η απάντηση μεταβάλλεται χωρίς να εμφανιστεί νέα απόδειξη. Μέσα στον χρόνο, ο άνθρωπος αναγνωρίζει ότι μπορεί να αναλάβει τη μία κατεύθυνση μαζί με την αβεβαιότητά της. Το «ίσως» δεν γίνεται «ναι» επειδή εξαφανίστηκαν όλες οι αντιρρήσεις. Γίνεται επιλογή επειδή η σχέση με το κόστος, τα όρια και τις συνέπειες έχει πάρει πιο συγκεκριμένη μορφή.
Άλλοτε το «ίσως» γίνεται «όχι» επειδή η απουσία δυνατότητας είναι πια ορατή. Δεν χρειάζεται η κατεύθυνση να αποδειχθεί κακή. Μπορεί απλώς να μη χωρά στον χρόνο, στους πόρους ή στη ζωή που υπάρχει τώρα. Η τελική άρνηση δεν ακυρώνει την περίοδο αβεβαιότητας. Εκείνη ήταν ο χρόνος μέσα στον οποίο η δυνατότητα συναντήθηκε αρκετά ώστε να φανεί το όριό της.
Το «ίσως» μπορεί να παραμείνει ανάμεσα στο «ναι» και στο «όχι» χωρίς να θεωρείται έλλειψη. Έχει όμως χρόνο, επιδράσεις και σχέση με όσα πραγματικά περιμένουν.
Όταν ολοκληρώσει το έργο του, μπορεί να γίνει επιλογή ή να παραμείνει ανοιχτό. Δεν υπόσχεται αποτέλεσμα· δηλώνει μόνο ότι η σημερινή απάντηση δεν είναι ακόμη ολόκληρη.