Πολιτεία της Συνειδητότητας
← Υλικό
Υλικό για να παραμείνεις8 λεπτά ανάγνωσης

Όταν η ευχαριστία δεν επιστρέφει με τον ίδιο τρόπο

Για τις διαφορετικές μορφές με τις οποίες δύο άνθρωποι αναγνωρίζουν μια προσφορά, χωρίς να χρησιμοποιούν πάντοτε τα ίδια λόγια.

Κάποιος προσφέρει χρόνο, μεταφέρει ένα βάρος, θυμάται μια ανάγκη ή στέκεται δίπλα σε μια δύσκολη ώρα. Η πράξη μπορεί να είναι μικρή και συγκεκριμένη. Εκείνος που τη δέχεται λέει ένα σύντομο «ευχαριστώ», αλλά ο άλλος ίσως περιμένει περισσότερα λόγια, μια θερμότερη κίνηση ή μια μεταγενέστερη αναφορά.

Η ευχαριστία δεν έχει μία κοινή μορφή. Για έναν άνθρωπο βρίσκεται στη φωνή και στην άμεση έκφραση. Για άλλον φαίνεται όταν η προσφορά χρησιμοποιείται με φροντίδα ή όταν, πολύ αργότερα, εμφανίζεται μια αντίστοιχη διαθεσιμότητα. Ανάμεσα στις δύο μορφές μπορεί να γεννηθεί απόσταση χωρίς κανείς να έχει θελήσει να μειώσει τον άλλον.

Η αναγνώριση μπορεί να υπάρχει χωρίς να μοιάζει με εκείνη που περιμέναμε.

Αυτός που πρόσφερε γνωρίζει το κόστος της πράξης του. Ξέρει ποια ώρα άφησε, ποια κούραση ανέλαβε ή ποια άλλη δυνατότητα μετακίνησε. Ο άλλος βλέπει κυρίως αυτό που έφτασε σε εκείνον. Οι δύο πλευρές δεν κρατούν την ίδια εικόνα, ακόμη κι όταν συμφωνούν ότι υπήρξε βοήθεια.

Ένα λιτό ευχαριστώ μπορεί να ακούγεται ανεπαρκές σε σχέση με όσα δόθηκαν. Μπορεί επίσης να είναι το μόνο που ο άνθρωπος μπορεί να εκφράσει εκείνη τη στιγμή, επειδή η ανάγκη συνεχίζει να τον απασχολεί. Καμία από τις δύο εκδοχές δεν γίνεται βεβαιότητα χωρίς συνάντηση.

Ανάμεσα στην προσφορά και στην αναγνώρισή της υπάρχει η διαφορετική γλώσσα δύο ανθρώπων.

Η ευχαριστία γίνεται σχέση όταν δεν απαιτεί να διαβαστεί με έναν μόνο τρόπο.

Υπάρχουν οικογένειες και παρέες όπου η ευγνωμοσύνη εκφράζεται συχνά με λόγια. Σε άλλες, θεωρείται αυτονόητη και φαίνεται μέσα από πράξεις. Όταν άνθρωποι από διαφορετικές συνήθειες συναντιούνται, η ίδια ανταπόκριση μπορεί να ακούγεται θερμή στον έναν και ψυχρή στον άλλο. Η διαφορά δεν αποκαλύπτεται πάντα μέχρι να υπάρξει μια προσφορά με πραγματικό βάρος.

Η προσδοκία αναγνώρισης δεν ακυρώνει αναγκαστικά την ειλικρίνεια της προσφοράς. Ένας άνθρωπος μπορεί να δώσει ελεύθερα και παράλληλα να θέλει να φανεί ότι η πράξη του έγινε αντιληπτή. Η ανάγκη αυτή γίνεται πιο καθαρή όταν δεν ικανοποιείται. Τότε η σιωπή του άλλου μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερο νόημα από όσο εκείνος της έδωσε.

Από την άλλη πλευρά, εκείνος που δέχτηκε μπορεί να αισθάνεται ότι ένα καθαρό ευχαριστώ ειπώθηκε ήδη. Η επανάληψή του ίσως του φαίνεται τεχνητή ή σαν χρέος που δεν κλείνει. Αν η προσφορά επιστρέφει διαρκώς στη συζήτηση, μπορεί να παύει να βιώνεται ως δώρο και να γίνεται μια ανοιχτή απαίτηση που δεν είχε ανακοινωθεί στην αρχή.

Μερικές φορές η ευχαριστία καθυστερεί. Η σημασία μιας πράξης γίνεται ορατή όταν περάσει η δύσκολη ώρα ή όταν ο άνθρωπος μπορεί να δει τι θα είχε συμβεί χωρίς εκείνη. Μια φράση που έρχεται μήνες αργότερα δεν αλλάζει το παρελθόν, αλλά φέρνει μια νέα γνώση στη σχέση: αυτό που δόθηκε είχε μείνει ζωντανό στη μνήμη.

Άλλοτε η αναγνώριση φαίνεται σε μια λεπτομέρεια. Ένα βιβλίο επιστρέφεται προστατευμένο, μια συμβουλή αναφέρεται χωρίς να παρουσιαστεί ως προσωπική ανακάλυψη, ένα φαγητό μοιράζεται με άλλον. Ο άνθρωπος που πρόσφερε μπορεί να μην είναι παρών για να το δει. Η ευχαριστία υπάρχει τότε μέσα στη συνέχεια της πράξης και όχι ως άμεση ανταπόδοση.

Δεν είναι κάθε απουσία λόγων κρυμμένη ευγνωμοσύνη. Υπάρχουν προσφορές που θεωρούνται αυτονόητες, ξεχνιούνται ή χρησιμοποιούνται χωρίς αναγνώριση. Η σχέση με αυτό το γεγονός δεν χρειάζεται να στηριχθεί σε μια παρηγορητική ερμηνεία. Μπορεί να παραμείνει στο απλό δεδομένο ότι ο τρόπος που έφτασε η ανταπόκριση δεν συνάντησε εκείνον που έδωσε.

Όταν αυτό ειπωθεί, η συνομιλία αγγίζει κάτι ευάλωτο. Ο ένας μιλά για την ανάγκη να αναγνωριστεί και ο άλλος μπορεί να ακούει κατηγορία ότι είναι αχάριστος. Οι λέξεις χρειάζονται να χωρέσουν δύο πραγματικότητες: η προσφορά είχε κόστος και η ανταπόκριση δεν σχεδιάστηκε απαραίτητα ως απόρριψη. Καμία πλευρά δεν περιέχει μόνη της όλη τη σχέση.

Η ευχαριστία μπορεί επίσης να γίνει υπερβολικά μεγάλη. Ένας άνθρωπος επαναλαμβάνει ότι χρωστά, δυσκολεύεται να δεχτεί ή σπεύδει να ανταποδώσει πριν η προσφορά προλάβει να σταθεί. Τότε εκείνος που έδωσε μπορεί να αισθανθεί ότι η πράξη του μετατράπηκε σε βάρος. Η αποδοχή μιας βοήθειας είναι και αυτή μια μορφή συνάντησης, όχι πάντα εύκολη.

Σε μακρόχρονες σχέσεις, οι προσφορές δεν μετρώνται μία προς μία. Υπάρχουν περίοδοι όπου ο ένας κρατά περισσότερο και άλλες όπου οι θέσεις μετακινούνται. Η ευχαριστία μπορεί να βρίσκεται στην αίσθηση μιας κοινής ιστορίας. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και εκεί, μια συγκεκριμένη πράξη μπορεί να χρειάζεται συγκεκριμένα λόγια για να μη χαθεί μέσα στο αυτονόητο.

Η διαφορετική έκφραση δεν χρειάζεται πάντα να επιλυθεί. Μπορεί να παραμείνει γνώση για τον τρόπο με τον οποίο συναντιούνται οι δύο άνθρωποι. Ο ένας μαθαίνει ότι τα λόγια έχουν βάρος για τον άλλον. Ο άλλος βλέπει ότι η σιωπή δεν σημαίνει πάντοτε αδιαφορία. Η σχέση αποκτά περισσότερη ακρίβεια χωρίς να εξαλείφει τη διαφορά.

Μια προσφορά ολοκληρώνεται στον κόσμο, αλλά η σημασία της συνεχίζει να διαμορφώνεται ανάμεσα στους ανθρώπους. Η ευχαριστία δεν ορίζει την αξία εκείνου που έδωσε ούτε την ποιότητα εκείνου που δέχτηκε. Φανερώνει μόνο πώς μια πράξη αναγνωρίστηκε, πώς δεν αναγνωρίστηκε ή πώς χρειάζεται ακόμη να βρει κοινή γλώσσα.

Κάποιες φορές η ευχαριστία ακούγεται καθαρά. Άλλες φορές φαίνεται αργότερα ή δεν φτάνει με τρόπο που μπορεί να αναγνωριστεί.

Ανάμεσα σε αυτές τις μορφές μένουν δύο άνθρωποι και η δυνατότητα να πουν τι σήμαινε για τον καθένα η ίδια πράξη.