Πολιτεία της Συνειδητότητας
← Υλικό
Υλικό για να παραμείνεις7 λεπτά ανάγνωσης

Όταν οι δύο δεν θυμούνται το ίδιο γεγονός

Για τις διαφορετικές μνήμες μιας κοινής στιγμής και τον χώρο που δημιουργείται όταν καμία αφήγηση δεν περιέχει μόνη της ολόκληρη τη συνάντηση.

Δύο άνθρωποι μπορούν να έχουν βρεθεί στην ίδια συνομιλία και αργότερα να τη θυμούνται διαφορετικά. Ο ένας συγκρατεί μια συγκεκριμένη λέξη, ο άλλος τον τόνο. Ο ένας θυμάται ότι προσπάθησε να εξηγήσει, ο άλλος ότι δεν ακούστηκε. Ακόμη και η σειρά των γεγονότων μπορεί να μην είναι κοινή. Η διαφορά αυτή γίνεται συχνά δεύτερο γεγονός: δεν διαφωνούν πια μόνο για όσα συνέβησαν, αλλά και για το ποιος έχει δικαίωμα να ονομάσει την κοινή στιγμή.

Η μνήμη δεν είναι απλό αρχείο που ανοίγει με τον ίδιο τρόπο για όλους. Κρατά όσα ξεχώρισαν, όσα είχαν βάρος και όσα συνδέθηκαν με την εμπειρία του καθενός. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα είναι σχετικά ή ότι τα πραγματικά συμβάντα δεν έχουν σημασία. Υπάρχουν λόγια που ειπώθηκαν, πράξεις που έγιναν και συνέπειες που μπορούν να αναγνωριστούν. Υπάρχει ταυτόχρονα και ο τρόπος με τον οποίο καθένας βρέθηκε μέσα σε αυτά.

Η κοινή στιγμή μπορεί να αφήσει δύο διαφορετικές, πραγματικές μνήμες.

Όταν οι αφηγήσεις δεν συμφωνούν, η πρώτη κίνηση μπορεί να είναι η απόδειξη. Επιστρέφουν μηνύματα, ώρες, ακριβείς φράσεις και άνθρωποι που ήταν παρόντες. Τα στοιχεία έχουν αξία, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ευθύνη, βλάβη ή κοινή απόφαση. Δεν μπορούν όμως πάντοτε να αποδώσουν την πλήρη εμπειρία. Ένα μήνυμα δείχνει τι γράφτηκε, όχι ολόκληρο τον τρόπο που έφτασε στον άλλον μέσα σε όσα είχαν προηγηθεί.

Η διαφορετική μνήμη δεν αποδεικνύει από μόνη της ψέμα. Ούτε αποκλείει ότι κάποιος μπορεί να αποφεύγει ή να παραμορφώνει ένα γεγονός. Η εξωτερική διαφορά δεν φανερώνει αυτόματα τι συμβαίνει μέσα στον άλλον. Αφήνει μόνο ένα δύσκολο δεδομένο: εκεί όπου ο ένας συναντά βεβαιότητα, ο άλλος μπορεί να συναντά μια εντελώς διαφορετική εικόνα.

Ανάμεσα σε δύο μνήμες μπορεί να παραμένει ένα γεγονός που κανείς δεν κρατά ολόκληρο.

Η διαφορά δεν ακυρώνει τα γεγονότα ούτε την εμπειρία.

Μερικές διαφωνίες αφορούν στοιχεία που μπορούν να ελεγχθούν. Αν δόθηκε μια υπόσχεση, αν στάλθηκε μια πληροφορία, αν υπήρξε άρνηση ή αν μια πράξη ολοκληρώθηκε. Η σαφήνεια εδώ προστατεύει τον κοινό κόσμο από το να γίνει μόνο υπόθεση. Ακόμη και όταν το στοιχείο βρεθεί, όμως, μπορεί να μην λύνει όσα δημιούργησε η στιγμή. Το «τι έγινε» και το «πώς βιώθηκε» συναντιούνται χωρίς να είναι το ίδιο πράγμα.

Άλλες φορές η διαφορά βρίσκεται στην έμφαση. Ο ένας θυμάται τις πολλές φορές που προσπάθησε. Ο άλλος θυμάται τη μία φορά που η προσπάθεια σταμάτησε. Και οι δύο οργανώνουν την αφήγηση γύρω από αυτό που είχε μεγαλύτερο βάρος για εκείνους. Η επιλογή της μνήμης δεν είναι απαραίτητα συνειδητή για να είναι μερική. Καμία πλευρά δεν γίνεται γι’ αυτό άχρηστη· καμία επίσης δεν αρκεί αναγκαστικά για να περιγράψει το σύνολο.

Η επιμονή στη δική μας μνήμη μπορεί να συνδέεται με την ανάγκη να μη χαθεί η θέση μας μέσα στο γεγονός. Αν αποδεχθούμε ότι ο άλλος το έζησε αλλιώς, μπορεί να μοιάζει σαν να παραδεχόμαστε ότι η δική μας εμπειρία ήταν λανθασμένη. Όμως δύο διαφορετικές εμπειρίες μπορούν να υπάρχουν χωρίς να συγχωνευθούν. Η αναγνώριση της μίας δεν απαιτεί να διαγραφεί η άλλη.

Υπάρχουν στιγμές όπου η ασυμφωνία δεν μπορεί να γεφυρωθεί. Οι άνθρωποι επιστρέφουν ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο και καμία κοινή εκδοχή δεν δημιουργείται. Η σχέση τότε μπορεί να συνεχίσει γνωρίζοντας ότι αυτό το μέρος παραμένει ανοιχτό, ή μπορεί να μεταβληθεί επειδή η διαφορά είναι ουσιαστική. Η απουσία συμφωνίας δεν αποφασίζει μόνη της τη συνέχεια. Αποτελεί όμως πραγματικό μέρος της.

Όταν υπάρχει βλάβη, η διαφορετική μνήμη δεν αφαιρεί το δικαίωμα του ανθρώπου να αναγνωρίσει όσα υπέστη και να προστατευτεί. Η απαίτηση μιας κοινής αφήγησης μπορεί να γίνει νέα πίεση, αν η ασφάλεια εξαρτάται από το αν εκείνος που έδρασε θα συμφωνήσει. Τα όρια μπορούν να δηλωθούν πάνω στις συνέπειες που είναι ήδη παρούσες, ακόμη κι όταν η ερμηνεία του γεγονότος παραμένει διαφορετική.

Σε λιγότερο οξείες στιγμές, η διαφορετική μνήμη μπορεί να αποκαλύψει κάτι για τον χώρο της σχέσης. Μια φράση που για τον έναν ήταν περαστική, για τον άλλον έγινε κεντρική. Μια σιωπή που ο ένας θυμάται ως χρόνο σκέψης, ο άλλος τη βίωσε ως απομάκρυνση. Δεν υπάρχει έτοιμο συμπέρασμα μέσα σε αυτή τη διαφορά. Υπάρχει πληροφορία για το τι απέκτησε βάρος ανάμεσα στους δύο.

Ο χρόνος μεταβάλλει επίσης τις αφηγήσεις. Νέα γεγονότα φωτίζουν παλιές στιγμές, λέξεις ξεχνιούνται και το αποτέλεσμα επηρεάζει τον τρόπο που θυμόμαστε την αρχή. Αυτό δεν κάνει τη μνήμη άχρηστη. Τη διατηρεί ζωντανή και συγχρόνως περιορισμένη. Η βεβαιότητα με την οποία θυμάται κάποιος δεν αποτελεί από μόνη της μέτρο πληρότητας.

Μια κοινή αφήγηση, όταν εμφανιστεί, δεν είναι αναγκαστικά ο μέσος όρος των δύο. Μπορεί να περιέχει διακριτά: τι μπορεί να επιβεβαιωθεί, τι θυμάται ο καθένας, πώς επηρεάστηκε και τι παραμένει άγνωστο. Η σύνθεση δεν καταργεί τη διαφορά. Της δίνει θέση χωρίς να ζητά από έναν άνθρωπο να παραδώσει ολόκληρη την εμπειρία του για να διατηρηθεί η σχέση.

Κάποτε η πιο ακριβής κοινή φράση είναι απλή: «Δεν θυμόμαστε το ίδιο». Δεν λύνει το γεγονός και δεν αθωώνει κανέναν. Σταματά μόνο την προσπάθεια να παρουσιαστεί η μία μνήμη ως εσωτερική πραγματικότητα του άλλου. Από εκεί μπορεί να παραμείνει απόσταση, συνομιλία, όριο ή αβεβαιότητα. Το επόμενο δεν προκύπτει αυτόματα από τη διαπίστωση.

Δύο άνθρωποι δεν μοιράζονται πάντοτε την ίδια μνήμη, ακόμη κι όταν μοιράστηκαν την ίδια στιγμή. Το κοινό γεγονός μπορεί να παραμένει μεγαλύτερο από καθεμία αφήγηση.

Ανάμεσά τους μένουν όσα μπορούν να ειπωθούν, όσα μπορούν να επιβεβαιωθούν και όσα δεν θα αποκτήσουν ίσως ποτέ μία ενιαία μορφή.